Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράς με ουρά

φράση
•
  1. πολλά χρήματα Βικιλεξικό
    • «Ποιός είν' αυτός;» ρώτησε ένας υλοτόμος τον Στελάρα. «Ο γαμπρός του Ζαμάνη, λίρες πολλές. Μένει πάνω στον πύργο, παράς με ουρά! Δε μπορείς να φανταστείς...» (Ισίδωρος Ζουργός, Οι ρετσίνες του βασιλιά, εκδ. Πατάκης, 2019)
    • Ήταν τότε που ήταν κύρης τρανός, τότε που όλα τα Μαντεμοχώρια βγάζαν παρά με ουρά. (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκη, 2008)

Ετυμολογία

παράς με ουρά < παράς + με + ουρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →