Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράστημα

/paˈɾastima/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η στάση του σώματος και η (ευθυτενής) εξωτερική εμφάνιση κάποιου, η κορμοστασιά, το παρουσιαστικό του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράστημα < ελληνιστική κοινή παράστημα < αρχαία ελληνική παρίστημι < παρά + ἵστημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική prestance )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράστημαπαραστήματα
Γενικήπαραστήματοςπαραστημάτων
Αιτιατικήπαράστημαπαραστήματα
Κλητικήπαράστημαπαραστήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →