παράστημα
•
- η στάση του σώματος και η (ευθυτενής) εξωτερική εμφάνιση κάποιου, η κορμοστασιά, το παρουσιαστικό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράστημα < ελληνιστική κοινή παράστημα < αρχαία ελληνική παρίστημι < παρά + ἵστημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική prestance )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράστημα | παραστήματα |
| Γενική | παραστήματος | παραστημάτων |
| Αιτιατική | παράστημα | παραστήματα |
| Κλητική | παράστημα | παραστήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →