παράτημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράτημα < παρατάω / παρατώ, παρατη- -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράτημα | παρατήματα |
| Γενική | παρατήματος | παρατημάτων |
| Αιτιατική | παράτημα | παρατήματα |
| Κλητική | παράτημα | παρατήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →