Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη κατάσταση ή η συμπεριφορά του παράφορου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραφορά < αρχαία ελληνική παραφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραφοράπαραφορές
Γενικήπαραφοράςπαραφορών
Αιτιατικήπαραφοράπαραφορές
Κλητικήπαραφοράπαραφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παράφορα

επίρρημα
•
  1. με παράφορο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράφορα < παράφορος + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →