παράφραση
•
- η διατύπωση με άλλες λέξεις μιας φράσης, έτσι ώστε να εξυπηρετεί δικές μου εκφραστικές ανάγκες Βικιλεξικό
- μικροαπόκλιση από το αρχικό νόημα φράσης για να εξυπηρετεί νέες ανάγκες, ήπια παραποίηση Βικιλεξικό
- μουσικήελεύθερη εκτέλεση πρωτότυπου κομματιού, διασκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράφραση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράφραση | παραφράσεις |
| Γενική | παράφρασης | παραφράσεων |
| Αιτιατική | παράφραση | παραφράσεις |
| Κλητική | παράφραση | παραφράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →