Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράφωνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου είναι λανθασμένος, που δεν ταιριάζει στη μουσική αρμονία Βικιλεξικό
  2. μουσικήπου τραγουδάει με τονικά λάθη Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου είναι σε ασυμφωνία με το περιβάλλον του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράφωνος < παραφων(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός). Διαφορετικό το ελληνιστικό παράφωνος (που βρίσκεται δίπλα σε ήχο δημιουργώντας συγχορδία) Μορφολογικά, παρά- + -φωνος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράφωνοςπαράφωνηπαράφωνο
Γενικήπαράφωνουπαράφωνηςπαράφωνου
Αιτιατικήπαράφωνοπαράφωνηπαράφωνο
Κλητικήπαράφωνεπαράφωνηπαράφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράφωνοιπαράφωνεςπαράφωνα
Γενικήπαράφωνωνπαράφωνωνπαράφωνων
Αιτιατικήπαράφωνουςπαράφωνεςπαράφωνα
Κλητικήπαράφωνοιπαράφωνεςπαράφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →