Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κρητικάχαζός, βλάκας Βικιλεξικό
    • η διαφορά (η έλλειψη συγχρονισμού) εγκεφαλικής ανάπτυξης και ψυχολογικής ωρίμανσης οδηγεί ενίοτε στη δημιουργία ιδιαίτερων περιπτώσεων παιδιών. Η κοινωνία θα χρησιμοποιήσει γι’ αυτά εκφράσεις όπως «παράξενος/η», «στην κοσμάρα του/της», «ιδιόρρυθμος/η» ή «παράωρος/η» (στην Κρήτη). Τα παιδιά αυτά επικοινωνούν διαφορετικά με το περιβάλλον τους από την πλειονότητα και αυτό συχνά, στο μη εκπαιδευμένο μάτι, μπορεί να δώσει την εντύπωση αδιαφορίας, αγένειας ή περιφρονητικής στάσης (Φάσμα διαταραχών ανάπτυξης: Τι να προσέχουν γονείς και εκπαιδευτικοί – Τι χρειάζονται τα παιδιά, 31/03/2022, reader.gr, (πηγή: Pixabay) https://www.reader.gr/ygeia/408487/fasma-diatarahon-anaptyxis-ti-na-prosehoyn-goneis-kai-ekpaideytikoi-ti-hreiazontai-ta)
  2. σε λάθος ώρα, παράκαιρος Βικιλεξικό
    • Τρεμούλιασα και γώ μπρος στο βωμό και κει γονατισμένη γιορτερός με τριγύρισε ο παράωρος θάνατος. Είχε αστράψει το μαχαίρι να σκίση τ' ολοζώντανο στήθος• σπλάχνα μου σπαρτάρησαν• εσβήστη η ματιά μου και – βρέθηκα σωσμένη. (Johann Wolfgang Goethe, Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε https://books.google.gr/books?id=0Zk3DwAAQBAJ&lpg=PT63&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82&pg=PT63#v=onepage&q=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82&f=false)

Ετυμολογία

παράωρος < παρά- + -ωρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράωροςπαράωρηπαράωρο
Γενικήπαράωρουπαράωρηςπαράωρου
Αιτιατικήπαράωροπαράωρηπαράωρο
Κλητικήπαράωρεπαράωρηπαράωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράωροιπαράωρεςπαράωρα
Γενικήπαράωρωνπαράωρωνπαράωρων
Αιτιατικήπαράωρουςπαράωρεςπαράωρα
Κλητικήπαράωροιπαράωρεςπαράωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →