παρέκταση
•
- το αποτέλεσμα του παρεκτείνω, η αύξηση της έκτασης Βικιλεξικό
- γραμματικήη προσθήκη μιας συλλαβής, είτε με προσθήκη, είτε με επένθεση Βικιλεξικό
- το «εχάρηκε» είναι άλλος τύπος του «εχάρη» με την προσθήκη της παρέκτασης του -κε
Ετυμολογία
παρέκταση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρέκτα(σις) + -ση < παρεκτείνω. Αναλύεται σε παρ- + έκταση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέκταση | παρεκτάσεις |
| Γενική | παρέκτασης | παρεκτάσεων |
| Αιτιατική | παρέκταση | παρεκτάσεις |
| Κλητική | παρέκταση | παρεκτάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →