Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρέκταση

/paˈɾe.kta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του παρεκτείνω, η αύξηση της έκτασης Βικιλεξικό
  2. γραμματικήη προσθήκη μιας συλλαβής, είτε με προσθήκη, είτε με επένθεση Βικιλεξικό
    • το «εχάρηκε» είναι άλλος τύπος του «εχάρη» με την προσθήκη της παρέκτασης του -κε

Ετυμολογία

παρέκταση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρέκτα(σις) + -ση < παρεκτείνω. Αναλύεται σε παρ- + έκταση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρέκτασηπαρεκτάσεις
Γενικήπαρέκτασηςπαρεκτάσεων
Αιτιατικήπαρέκτασηπαρεκτάσεις
Κλητικήπαρέκτασηπαρεκτάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →