παρέλαση
•
- στρατιωτικός όροςη διέλευση στοιχισμένων στρατιωτικών τμημάτων μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να δειχτεί το αξιόμαχο του αγήματος ή για επιθεώρηση από την στρατιωτική ή πολιτική ηγεσία Βικιλεξικό
- Λέει αυτό που πρεσβεύει και το υποστηρίζει σθεναρά, στο μέτρο που το πιστεύει. Για αυτό και θα τον δούμε να καταγγέλλει τη «γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία» που απαιτείται για να γίνει μια στρατιωτική παρέλαση (Εφτά νοητικές σημειώσεις πάνω στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, 28/3/2025 https://antifono.gr/efta-noitikes-simeioseis-pano-sto-ergo-tou-giorgou-ioannou/)
- κατ’ επέκτασηη διέλευση στοιχισμένων τμημάτων μαθητών ή πολιτών μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να τιμηθεί κάποια επέτειος ή για άλλους λόγους Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πέρασμα κάποιων προσώπων από κάποιο χώρο, η εμφάνισή τους στο χώρο αυτό με μια κάποια σειρά Βικιλεξικό
- Παρέλαση αστέρων και στις υποψηφιότητες για τηλεταινία ή μίνι σειρά. Μια παρέλαση που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι τα κινηματογραφικά στούντιο τροφοδοτούν όλο και περισσότερο τα τηλεοπτικά στούντιο με τους ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς τους αλλά και ότι η τηλεόραση εξελίσσοντας τις δυνατότητές της και επενδύοντας σε φιλόδοξες δουλειές μετατρέπεται στον κινηματογράφο του μέλλοντος. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
παρέλαση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παρέλα(σις) (μαρτυρείται από το 1886) + -ση, απόδοση για τη γαλλική parade (militaire) < ελληνιστική κοινή παρέλασις (με διαφορετική σημασία: προσπέραση με άλογο) < αρχαία ελληνική παρελαύνω < παρ- + ἐλαύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέλαση | παρελάσεις |
| Γενική | παρέλασης | παρελάσεων |
| Αιτιατική | παρέλαση | παρελάσεις |
| Κλητική | παρέλαση | παρελάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →