παρέμβυσμα
•
- οτιδήποτε υπάρχει ανάμεσα από δύο πράγματα ή επιφάνειες ή γεμίζει το κενό Βικιλεξικό
- εξάρτηματσιμούχα, φλάντζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρέμβυσμα < ελληνιστική κοινή παρεμβύω + -μα. Αναλύεται σε παρ- + έμβυσμα (έμ- + βύσμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέμβυσμα | παρεμβύσματα |
| Γενική | παρεμβύσματος | παρεμβυσμάτων |
| Αιτιατική | παρέμβυσμα | παρεμβύσματα |
| Κλητική | παρέμβυσμα | παρεμβύσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →