παρένθετος
•
- που παρεμβάλλεται, που μπαίνει κάπου ανάμεσα Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπου βρίσκεται ανάμεσα σε παρενθέσεις Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου κυοφορεί βρέφος το οποίο προορίζεται για άλλο ζευγάρι ή που αναφέρεται σε αυτή τη διαδικασία Βικιλεξικό
- παρένθετη μητέρα
- παρένθετη μητρότητα
Ετυμολογία
παρένθετος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρένθετος | παρένθετη | παρένθετο |
| Γενική | παρένθετου | παρένθετης | παρένθετου |
| Αιτιατική | παρένθετο | παρένθετη | παρένθετο |
| Κλητική | παρένθετε | παρένθετη | παρένθετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρένθετοι | παρένθετες | παρένθετα |
| Γενική | παρένθετων | παρένθετων | παρένθετων |
| Αιτιατική | παρένθετους | παρένθετες | παρένθετα |
| Κλητική | παρένθετοι | παρένθετες | παρένθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →