παρήλιος
•
- που βρίσκεται κοντά στον ήλιο ή συμβαίνει κοντά σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπαρήλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρήλιος < αρχαία ελληνική παρήλιος < παρά + ἥλιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρήλιος | παρήλια | παρήλιο |
| Γενική | παρήλιου | παρήλιας | παρήλιου |
| Αιτιατική | παρήλιο | παρήλια | παρήλιο |
| Κλητική | παρήλιε | παρήλια | παρήλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρήλιοι | παρήλιες | παρήλια |
| Γενική | παρήλιων | παρήλιων | παρήλιων |
| Αιτιατική | παρήλιους | παρήλιες | παρήλια |
| Κλητική | παρήλιοι | παρήλιες | παρήλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →