παρίστιο
•
- ναυτικός όροςιστίο ιστιοφόρου πλοίου, που τοποθετείται πλευρικά σε κεντρικό ιστίο, συνεπώς φέρεται ανά ζεύγος στον πληθυντικό. Βικιλεξικό
- ως παρίστια ιστιοφόρου φέρονται τα παρακάτια, τα παραδολώνια και τα παραφωσώνια
Ετυμολογία
παρίστιο < παρα- + ιστίο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρίστιο | παρίστια |
| Γενική | παρίστιου / παριστίου | παρίστιων / παριστίων |
| Αιτιατική | παρίστιο | παρίστια |
| Κλητική | παρίστιο | παρίστια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →