παραβίαση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων
- Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω Βικιλεξικό
- η παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη
- Η αστυνομία βρήκε ίχνη παραβίασης στην μπαλκονόπορτα. Από εκεί θα μπήκαν οι κλέφτες.
Ετυμολογία
παραβίαση < (παραβιάζω) παραβια- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραβίαση | παραβιάσεις |
| Γενική | παραβίασης | παραβιάσεων |
| Αιτιατική | παραβίαση | παραβιάσεις |
| Κλητική | παραβίαση | παραβιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →