παραβαμμένος
•
- για άτομο που έχει βάλει πολύ μακιγιάζ Βικιλεξικό
- για πόρτα που δεν κλείνει λόγο της πολλής μπογιάς και του μη τριψίματος της παλιάς πριν το βάψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
παραβαμμέναπαραβαμμένεπαραβαμμένεςπαραβαμμένηπαραβαμμένηςπαραβαμμένοπαραβαμμένοιπαραβαμμένοςπαραβαμμένουπαραβαμμένουςπαραβαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →