παραβολικός
•
- που σχετίζεται με την παραβολή Βικιλεξικό
- γεωμετρίαπου σχετίζεται με τη γεωμετρική παραβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραβολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραβολικός :: για τον μαθηματικό όρο < (λόγιο δάνειο) γαλλική parabolique < parabole (< ελληνιστική κοινή παραβολή) + -ique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραβολικός | παραβολική | παραβολικό |
| Γενική | παραβολικού | παραβολικής | παραβολικού |
| Αιτιατική | παραβολικό | παραβολική | παραβολικό |
| Κλητική | παραβολικέ | παραβολική | παραβολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραβολικοί | παραβολικές | παραβολικά |
| Γενική | παραβολικών | παραβολικών | παραβολικών |
| Αιτιατική | παραβολικούς | παραβολικές | παραβολικά |
| Κλητική | παραβολικοί | παραβολικές | παραβολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →