παραγγελιά
•
- λαϊκότροποπαραγγελία, εντολή Βικιλεξικό
- τραγούδι που ζητά κάποιος σε νυχτερινό κέντρο από τους οργανοπαίχτες, συνήθως για να χορέψει μόνος του Βικιλεξικό
- «Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν / κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη (Δ. Σαββόπουλος, τραγούδι: Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο)
Ετυμολογία
παραγγελιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παραγγελιά < αρχαία ελληνική παραγγελία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγγελιά | παραγγελιές |
| Γενική | παραγγελιάς | παραγγελιών |
| Αιτιατική | παραγγελιά | παραγγελιές |
| Κλητική | παραγγελιά | παραγγελιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →