παραγγελιοδόχος
•
- επάγγελμαάτομο που παίρνει μια παραγγελία και προσπαθεί να την διεκπεραιώσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγγελιοδόχος < παραγγελί(α) + -ο- + -δόχος ( < δέχομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγγελιοδόχος | παραγγελιοδόχοι |
| Γενική | παραγγελιοδόχου | παραγγελιοδόχων |
| Αιτιατική | παραγγελιοδόχο | παραγγελιοδόχους |
| Κλητική | παραγγελιοδόχε | παραγγελιοδόχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →