Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγγελμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει παραγγελθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραγγελμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραγγέλνω και παραγγέλλω

Άλλοι τύποι

παραγγελμέναπαραγγελμένεπαραγγελμένεςπαραγγελμένηπαραγγελμένηςπαραγγελμένοπαραγγελμένοιπαραγγελμένοςπαραγγελμένουπαραγγελμένουςπαραγγελμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →