παραγιός
•
- νεαρό άτομο που μαθαίνει κάποια τέχνη ή επάγγελμα δουλεύοντας σε κάποιον τεχνίτη ή καταστηματάρχη Βικιλεξικό
- υπηρέτης ή βοηθός επαγγελματία Βικιλεξικό
- θετός γιος, ψυχογιός, επίσημα ή ανεπίσημα υιοθετημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγιός < παρά + γιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγιός | παραγιοί |
| Γενική | παραγιού | παραγιών |
| Αιτιατική | παραγιό | παραγιούς |
| Κλητική | παραγιέ | παραγιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →