παραγκούπολη
•
- η περιοχή ή ο οικισμός με παράγκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγκούπολη < παράγκα + -ούπολη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγκούπολη | παραγκουπόλεις |
| Γενική | παραγκούπολης | παραγκουπόλεων |
| Αιτιατική | παραγκούπολη | παραγκουπόλεις |
| Κλητική | παραγκούπολη | παραγκουπόλεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →