Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγοντοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαθηματικάη ανάλυση ενός αριθμού σε γινόμενο πρώτων παραγόντων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραγοντοποίηση < παραγοντοποιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραγοντοποίησηπαραγοντοποιήσεις
Γενικήπαραγοντοποίησηςπαραγοντοποιήσεων
Αιτιατικήπαραγοντοποίησηπαραγοντοποιήσεις
Κλητικήπαραγοντοποίησηπαραγοντοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →