Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη διαγραφή των συνεπειών ενός διαπραχθέντος αδικήματος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
    • […] κατά την κρατούσα άποψη των μελετητών του δικαίου της κλασικής Αθήνας, η προβολή της παραγραφής, δεν διέκοπτε την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία. Η δίκη συνεχίζονταν με ανεστραμμένη πλέον τη δικονομική θέση των διαδίκων, οπότε ο εναγόμενος έπαιρνε πλέον πρώτος στο λόγο. Αν η ένσταση γινόταν δεκτή από τους δικαστές, τότε η αναβληθείσα αρχική δίκη δεν προχωρούσε, εφόσον δεν εξετάζονταν η υπόθεση κατ' ουσίαν.

Ετυμολογία

παραγραφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραγραφή < παραγράφω < παρα- + γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραγραφήπαραγραφές
Γενικήπαραγραφήςπαραγραφών
Αιτιατικήπαραγραφήπαραγραφές
Κλητικήπαραγραφήπαραγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →