παραγωγή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- οικονομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- η παραγωγή είναι μια από τις διαδικασίες σχηματισμού λέξεων, στην οποία συνδυάζονται ένα λεξικό μόρφημα (ή θέμα) και ένα παραγωγικό μόρφημα.
- Παραγωγή derivation. Η διαδικασία με την οποία δημιουργούνται καινούριες λέξεις με τον συνδυασμό λεξικών και παραγωγικών μορφημάτων και συνήθως των κλιτικών μορφημάτων. […] Η παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει λέξεις που είτε ανήκουν είτε δεν ανήκουν στην ίδια γραμματική κατηγορία (μέρος του λόγου) με αυτή που ανήκει η λέξη η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ως «βάση»
- λογικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
- Σε ένα τέτοιο σύστημα, με αφετηρία κάποιες προτάσεις παράγονται άλλες, με βάση συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής τους.
Ετυμολογία
παραγωγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραγωγή (δημιουργία, αρχαία σημασία: το να άγεις προς το πλάι) < αρχαία ελληνική παράγω < παρά + ἄγω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική production)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγωγή | παραγωγές |
| Γενική | παραγωγής | παραγωγών |
| Αιτιατική | παραγωγή | παραγωγές |
| Κλητική | παραγωγή | παραγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →