Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγωγή

/pa.ɾa.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
  2. οικονομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
  5. γλωσσολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
    • η παραγωγή είναι μια από τις διαδικασίες σχηματισμού λέξεων, στην οποία συνδυάζονται ένα λεξικό μόρφημα (ή θέμα) και ένα παραγωγικό μόρφημα.
    • Παραγωγή derivation. Η διαδικασία με την οποία δημιουργούνται καινούριες λέξεις με τον συνδυασμό λεξικών και παραγωγικών μορφημάτων και συνήθως των κλιτικών μορφημάτων. […] Η παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει λέξεις που είτε ανήκουν είτε δεν ανήκουν στην ίδια γραμματική κατηγορία (μέρος του λόγου) με αυτή που ανήκει η λέξη η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ως «βάση»
  6. λογικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω Βικιλεξικό
    • Σε ένα τέτοιο σύστημα, με αφετηρία κάποιες προτάσεις παράγονται άλλες, με βάση συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής τους.

Ετυμολογία

παραγωγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραγωγή (δημιουργία, αρχαία σημασία: το να άγεις προς το πλάι) < αρχαία ελληνική παράγω < παρά + ἄγω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική production)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραγωγήπαραγωγές
Γενικήπαραγωγήςπαραγωγών
Αιτιατικήπαραγωγήπαραγωγές
Κλητικήπαραγωγήπαραγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →