Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγωγίσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μαθηματικάγια συναρτήσεις που έχουν παράγωγο στο πεδίο ορισμού τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραγωγίσιμος < παραγωγίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγωγίσιμοςπαραγωγίσιμηπαραγωγίσιμο
Γενικήπαραγωγίσιμουπαραγωγίσιμηςπαραγωγίσιμου
Αιτιατικήπαραγωγίσιμοπαραγωγίσιμηπαραγωγίσιμο
Κλητικήπαραγωγίσιμεπαραγωγίσιμηπαραγωγίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγωγίσιμοιπαραγωγίσιμεςπαραγωγίσιμα
Γενικήπαραγωγίσιμωνπαραγωγίσιμωνπαραγωγίσιμων
Αιτιατικήπαραγωγίσιμουςπαραγωγίσιμεςπαραγωγίσιμα
Κλητικήπαραγωγίσιμοιπαραγωγίσιμεςπαραγωγίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →