παραγώγιση
•
- μαθηματικάη διαδικασία εύρεσης της παραγώγου μίας συνάρτησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγώγιση < παραγωγίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγώγιση | παραγωγίσεις |
| Γενική | παραγώγισης | παραγωγίσεων |
| Αιτιατική | παραγώγιση | παραγωγίσεις |
| Κλητική | παραγώγιση | παραγωγίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →