παραδάκι
•
- οικείοτα λεφτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδάκι < παράς + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραδάκι | παραδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παραδάκι | παραδάκια |
| Κλητική | παραδάκι | παραδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →