Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραδέχομαι

/pa.ɾaˈðe.xo.me/ρήμα
•
  1. δέχομαι ως σωστό, συμφωνώ με κάτι Βικιλεξικό
    • Δεν παραδέχεται ότι έκανε λάθος.
    • Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
  2. επιβεβαιώνω κάποια αλήθεια, συνήθως ομολογώντας κάτι Βικιλεξικό
    • Παραδέχομαι ότι φοβάμαι τα αεροπλάνα.
  3. θεωρώ κάποιον ικανό και άξιο Βικιλεξικό
    • Την παραδέχτηκα χθες, διότι είχε το θάρρος να επιμένει στην άποψή της.

Ετυμολογία

παραδέχομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παραδέχομαι < παρα- + δέχομαι

Άλλοι τύποι

παραδέχθηκαπαραδέχτηκαπαραδεδεγμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →