παραδειγματίζω
•
- δίνω το (καλό) παράδειγμα κι ως εκ τούτου σωφρονίζω ή διδάσκω κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδειγματίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική παράδειγμα < παραδείκνυμι < παρά + δείκνυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραδειγματίζω | παραδειγματίζεις | παραδειγματίζει | παραδειγματίζουμε | παραδειγματίζετε | παραδειγματίζουν / παραδειγματίζουνε |
| Παρατατικός | παραδειγμάτιζα | παραδειγμάτιζες | παραδειγμάτιζε | παραδειγματίζαμε | παραδειγματίζατε | παραδειγμάτιζαν / παραδειγματίζαν / παραδειγματίζανε |
| Αόριστος | παραδειγμάτισα | παραδειγμάτισες | παραδειγμάτισε | παραδειγματίσαμε | παραδειγματίσατε | παραδειγμάτισαν / παραδειγματίσαν / παραδειγματίσανε |
| Μέλλοντας | θα παραδειγματίζω / θα παραδειγματίσω | θα παραδειγματίζεις / θα παραδειγματίσεις | θα παραδειγματίζει / θα παραδειγματίσει | θα παραδειγματίζουμε / θα παραδειγματίσουμε | θα παραδειγματίζετε / θα παραδειγματίσετε | θα παραδειγματίζουν / θα παραδειγματίζουνε / θα παραδειγματίσουν / θα παραδειγματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραδειγματίσει | έχεις παραδειγματίσει | έχει παραδειγματίσει | έχουμε παραδειγματίσει | έχετε παραδειγματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραδειγματίσει | είχες παραδειγματίσει | είχε παραδειγματίσει | είχαμε παραδειγματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραδειγματίσει / να παραδειγματίζω / να παραδειγματίσω | να έχεις παραδειγματίσει / να παραδειγματίζεις / να παραδειγματίσεις | να έχει παραδειγματίσει / να παραδειγματίζει / να παραδειγματίσει | να έχουμε παραδειγματίσει / να παραδειγματίζουμε / να παραδειγματίσουμε | να έχετε παραδειγματίσει / να παραδειγματίζετε / να παραδειγματίσετε | να παραδειγματίζουν / να παραδειγματίζουνε / να παραδειγματίσουν / να παραδειγματίσουνε |
| Προστακτική | — | παραδειγμάτιζε / παραδειγμάτισε | — | — | παραδειγματίζετε / παραδειγματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →