παραδειγματικώς
•
- παρωχημένοπαραδειγματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδειγματικώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραδειγματικῶς (μεταγενέστερο το επίθετο παραδειγματικός). Συγχρονικά αναλύεται σε παραδειγματικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →