Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραδεισένιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον παράδεισο Βικιλεξικό
  2. πάρα πολύ όμορφος (με κάποια έννοια απλησίαστης ομορφιάς) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραδεισένιος < παράδεισ(ος) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδεισένιοςπαραδεισένιαπαραδεισένιο
Γενικήπαραδεισένιουπαραδεισένιαςπαραδεισένιου
Αιτιατικήπαραδεισένιοπαραδεισένιαπαραδεισένιο
Κλητικήπαραδεισένιεπαραδεισένιαπαραδεισένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδεισένιοιπαραδεισένιεςπαραδεισένια
Γενικήπαραδεισένιωνπαραδεισένιωνπαραδεισένιων
Αιτιατικήπαραδεισένιουςπαραδεισένιεςπαραδεισένια
Κλητικήπαραδεισένιοιπαραδεισένιεςπαραδεισένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →