Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραδοξογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παραδοξογραφία ή τους παραδοξογράφους αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Παραδοξογραφικά συγγράμματα με θέματα αντλημένα από τον χώρο της βοτανικής, της ζωολογίας, της γεωλογίας, της φυσικής, της ιατρικής, όπως και του ανθρώπινου πολιτισμού εν γένει, αποδίδονται ψευδώς ήδη στον Αριστοτέλη (Περὶ θαυμασίων ἀκουσμάτων), αλλά η συγγραφή τους πρέπει να τοποθετηθεί στα ελληνιστικά χρόνια. (Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός. Ελληνιστική Γραμματεία. Εβίνα Σιστάκου, Παραδοξογραφία)

Ετυμολογία

παραδοξογραφικός < παραδοξογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδοξογραφικόςπαραδοξογραφικήπαραδοξογραφικό
Γενικήπαραδοξογραφικούπαραδοξογραφικήςπαραδοξογραφικού
Αιτιατικήπαραδοξογραφικόπαραδοξογραφικήπαραδοξογραφικό
Κλητικήπαραδοξογραφικέπαραδοξογραφικήπαραδοξογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραδοξογραφικοίπαραδοξογραφικέςπαραδοξογραφικά
Γενικήπαραδοξογραφικώνπαραδοξογραφικώνπαραδοξογραφικών
Αιτιατικήπαραδοξογραφικούςπαραδοξογραφικέςπαραδοξογραφικά
Κλητικήπαραδοξογραφικοίπαραδοξογραφικέςπαραδοξογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →