παραδοξολογώ
•
- λέω παραδοξολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδοξολογώ < (ελληνιστική κοινή) παραδοξολογέω, -ῶ < παραδοξολόγος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
παραδοξολογώ < (ελληνιστική κοινή) παραδοξολογέω, -ῶ < παραδοξολόγος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →