παραδοπιστία
•
- η φιλοκέρδεια, η απληστία Βικιλεξικό
- «(...)Τόν σιχαίνεται σάν ἄντρα∙ μά ἡ παραδοπιστία της δέν εἶναι τόση ὥστε νά στερηθεῖ, μιά ζωή ὁλόκληρη, τή γλύκα τοῦ σερνικοῦ.
Ετυμολογία
παραδοπιστία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραδοπιστία | παραδοπιστίες |
| Γενική | παραδοπιστίας | παραδοπιστιών |
| Αιτιατική | παραδοπιστία | παραδοπιστίες |
| Κλητική | παραδοπιστία | παραδοπιστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →