παραδοσιαρχία
•
- φιλοσοφίαη παραδοσιοκρατία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδοσιαρχία < παράδοσι(ς)- + -αρχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραδοσιαρχία | παραδοσιαρχίες |
| Γενική | παραδοσιαρχίας | παραδοσιαρχιών |
| Αιτιατική | παραδοσιαρχία | παραδοσιαρχίες |
| Κλητική | παραδοσιαρχία | παραδοσιαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →