παραεκκλησιαστικός
•
- που ασχολείται με εκκλησιαστικά θέματα και δραστηριότητες, εκτός όμως του ελέγχου και της άμεσης επίβλεψης της επίσημης εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραεκκλησιαστικός < παρα- + εκκλησιαστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραεκκλησιαστικός | παραεκκλησιαστική | παραεκκλησιαστικό |
| Γενική | παραεκκλησιαστικού | παραεκκλησιαστικής | παραεκκλησιαστικού |
| Αιτιατική | παραεκκλησιαστικό | παραεκκλησιαστική | παραεκκλησιαστικό |
| Κλητική | παραεκκλησιαστικέ | παραεκκλησιαστική | παραεκκλησιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραεκκλησιαστικοί | παραεκκλησιαστικές | παραεκκλησιαστικά |
| Γενική | παραεκκλησιαστικών | παραεκκλησιαστικών | παραεκκλησιαστικών |
| Αιτιατική | παραεκκλησιαστικούς | παραεκκλησιαστικές | παραεκκλησιαστικά |
| Κλητική | παραεκκλησιαστικοί | παραεκκλησιαστικές | παραεκκλησιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →