Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραεπιστημονικός

/pa.ɾa.e.pi.sti.mo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςο σχετικός με την παραεπιστήμη Βικιλεξικό
    • παραεπιστημονικός λόγος

Ετυμολογία

παραεπιστημονικός < παρα- + επιστημονικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραεπιστημονικόςπαραεπιστημονικήπαραεπιστημονικό
Γενικήπαραεπιστημονικούπαραεπιστημονικήςπαραεπιστημονικού
Αιτιατικήπαραεπιστημονικόπαραεπιστημονικήπαραεπιστημονικό
Κλητικήπαραεπιστημονικέπαραεπιστημονικήπαραεπιστημονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραεπιστημονικοίπαραεπιστημονικέςπαραεπιστημονικά
Γενικήπαραεπιστημονικώνπαραεπιστημονικώνπαραεπιστημονικών
Αιτιατικήπαραεπιστημονικούςπαραεπιστημονικέςπαραεπιστημονικά
Κλητικήπαραεπιστημονικοίπαραεπιστημονικέςπαραεπιστημονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →