παραζάλη
•
- η ταραχή, η σύγχυση, η απώλεια της αίσθησης της ισορροπίας Βικιλεξικό
- στο χορό στην παραζάλη με ξελόγιασαν τα κάλλη (λαϊκό τραγούδι)
Ετυμολογία
παραζάλη < παρα- + ζάλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραζάλη | παραζάλες |
| Γενική | παραζάλης | — |
| Αιτιατική | παραζάλη | παραζάλες |
| Κλητική | παραζάλη | παραζάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →