παραθαρρύνω
•
- λαϊκότροποπαίρνω περισσότερο θάρρος απ’ το κανονικό ή αποκτώ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ή πεποίθηση Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαποκτώ μεγαλύτερη εξοικείωση ή θάρρος προς κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραθαρρύνω < αρχαία ελληνική παραθαρρύνω < παρά + θαρρύνω < θάρρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →