παραθερμαίνω
•
- θερμαίνω πάρα πολύ, ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραθερμαίνω < παρα- + θερμαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραθερμαίνω | παραθερμαίνεις | παραθερμαίνει | παραθερμαίνουμε | παραθερμαίνετε | παραθερμαίνουν / παραθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | παραθέρμαινα | παραθέρμαινες | παραθέρμαινε | παραθερμαίναμε | παραθερμαίνατε | παραθέρμαιναν / παραθερμαίναν / παραθερμαίνανε |
| Αόριστος | παραθέρμανα | παραθέρμανες | παραθέρμανε | παραθερμάναμε | παραθερμάνατε | παραθέρμαναν / παραθερμάναν / παραθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα παραθερμάνω / θα παραθερμαίνω | θα παραθερμάνεις / θα παραθερμαίνεις | θα παραθερμάνει / θα παραθερμαίνει | θα παραθερμάνουμε / θα παραθερμαίνουμε | θα παραθερμάνετε / θα παραθερμαίνετε | θα παραθερμάνουν / θα παραθερμάνουνε / θα παραθερμαίνουν / θα παραθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραθερμάνει | έχεις παραθερμάνει | έχει παραθερμάνει | έχουμε παραθερμάνει | έχετε παραθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραθερμάνει | είχες παραθερμάνει | είχε παραθερμάνει | είχαμε παραθερμάνει | είχατε παραθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω παραθερμάνει / να παραθερμάνω / να παραθερμαίνω | να έχεις παραθερμάνει / να παραθερμάνεις / να παραθερμαίνεις | να έχει παραθερμάνει / να παραθερμάνει / να παραθερμαίνει | να έχουμε παραθερμάνει / να παραθερμάνουμε / να παραθερμαίνουμε | να έχετε παραθερμάνει / να παραθερμάνετε / να παραθερμαίνετε | να παραθερμάνουν / να παραθερμάνουνε / να παραθερμαίνουν / να παραθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | παραθέρμαινε / παραθέρμανε | — | — | παραθερμάνετε / παραθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →