Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραθυρεοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τον παραθυρεοειδή αδένα ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που βρίσκεται πίσω από τον θυρεοειδή αδένα ή δίπλα απ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραθυρεοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική parathyroïde < para- + thyroïde < αρχαία ελληνική θῠ́ρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραθυρεοειδήςπαραθυρεοειδήςπαραθυρεοειδές
Γενικήπαραθυρεοειδούςπαραθυρεοειδούςπαραθυρεοειδούς
Αιτιατικήπαραθυρεοειδήπαραθυρεοειδήπαραθυρεοειδές
Κλητικήπαραθυρεοειδή / παραθυρεοειδήςπαραθυρεοειδήςπαραθυρεοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδή
Γενικήπαραθυρεοειδώνπαραθυρεοειδώνπαραθυρεοειδών
Αιτιατικήπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδή
Κλητικήπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδείςπαραθυρεοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →