παραιτούμαι
•
- εγκαταλείπω εκούσια την δουλειά μου Βικιλεξικό
- Του είπα πως είναι απαράδεκτο να με πληρώνουν μόνο 500 ευρώ, ενώ δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ. Αμέσως μετά τον ενημέρωσα πως παραιτούμαι.
- εγκαταλείπω μια προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραιτούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραιτοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + αιτούμαι. Παραβάλετε τα παραιτώ, παρατώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραιτούμαι | παραιτείσαι | παραιτείται | παραιτούμαστε | παραιτείστε | παραιτούνται |
| Παρατατικός | παραιτούμουν | παραιτούσουν | παραιτούνταν | παραιτούμασταν / παραιτούμαστε | παραιτούσασταν / παραιτούσαστε | παραιτούνταν |
| Αόριστος | παραιτήθηκα | παραιτήθηκες | παραιτήθηκε | παραιτηθήκαμε | παραιτηθήκατε | παραιτήθηκαν / παραιτηθήκαν / παραιτηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα παραιτηθώ / θα παραιτούμαι | θα παραιτείσαι / θα παραιτηθείς | θα παραιτείται / θα παραιτηθεί | θα παραιτηθούμε / θα παραιτούμαστε | θα παραιτείστε / θα παραιτηθείτε | θα παραιτηθούν / θα παραιτηθούνε / θα παραιτούνται |
| Παρακείμενος | έχω παραιτηθεί | έχεις παραιτηθεί | έχει παραιτηθεί | έχουμε παραιτηθεί | έχετε παραιτηθεί | έχουν παραιτηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραιτηθεί | είχες παραιτηθεί | είχε παραιτηθεί | είχαμε παραιτηθεί | είχατε παραιτηθεί | είχαν παραιτηθεί |
| Υποτακτική | να έχω παραιτηθεί / να παραιτηθώ / να παραιτούμαι | να έχεις παραιτηθεί / να παραιτείσαι / να παραιτηθείς | να έχει παραιτηθεί / να παραιτείται / να παραιτηθεί | να έχουμε παραιτηθεί / να παραιτηθούμε / να παραιτούμαστε | να έχετε παραιτηθεί / να παραιτείστε / να παραιτηθείτε | να έχουν παραιτηθεί / να παραιτηθούν / να παραιτηθούνε / να παραιτούνται |
| Προστακτική | — | παραιτήσου | — | — | παραιτείστε / παραιτηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →