Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραιτούμαι

/pa.ɾeˈtu.me/ρήμα
•
  1. εγκαταλείπω εκούσια την δουλειά μου Βικιλεξικό
    • Του είπα πως είναι απαράδεκτο να με πληρώνουν μόνο 500 ευρώ, ενώ δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ. Αμέσως μετά τον ενημέρωσα πως παραιτούμαι.
  2. εγκαταλείπω μια προσπάθεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραιτούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παραιτοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + αιτούμαι. Παραβάλετε τα παραιτώ, παρατώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραιτούμαιπαραιτείσαιπαραιτείταιπαραιτούμαστεπαραιτείστεπαραιτούνται
Παρατατικόςπαραιτούμουνπαραιτούσουνπαραιτούντανπαραιτούμασταν / παραιτούμαστεπαραιτούσασταν / παραιτούσαστεπαραιτούνταν
Αόριστοςπαραιτήθηκαπαραιτήθηκεςπαραιτήθηκεπαραιτηθήκαμεπαραιτηθήκατεπαραιτήθηκαν / παραιτηθήκαν / παραιτηθήκανε
Μέλλονταςθα παραιτηθώ / θα παραιτούμαιθα παραιτείσαι / θα παραιτηθείςθα παραιτείται / θα παραιτηθείθα παραιτηθούμε / θα παραιτούμαστεθα παραιτείστε / θα παραιτηθείτεθα παραιτηθούν / θα παραιτηθούνε / θα παραιτούνται
Παρακείμενοςέχω παραιτηθείέχεις παραιτηθείέχει παραιτηθείέχουμε παραιτηθείέχετε παραιτηθείέχουν παραιτηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα παραιτηθείείχες παραιτηθείείχε παραιτηθείείχαμε παραιτηθείείχατε παραιτηθείείχαν παραιτηθεί
Υποτακτικήνα έχω παραιτηθεί / να παραιτηθώ / να παραιτούμαινα έχεις παραιτηθεί / να παραιτείσαι / να παραιτηθείςνα έχει παραιτηθεί / να παραιτείται / να παραιτηθείνα έχουμε παραιτηθεί / να παραιτηθούμε / να παραιτούμαστενα έχετε παραιτηθεί / να παραιτείστε / να παραιτηθείτενα έχουν παραιτηθεί / να παραιτηθούν / να παραιτηθούνε / να παραιτούνται
Προστακτική—παραιτήσου——παραιτείστε / παραιτηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →