παραιτώ
•
- λόγιοπαρατώ Βικιλεξικό
- ειρωνικόεξαναγκάζω κάποιον να παραιτηθεί Βικιλεξικό
- 1907 Νουμάς, 30-12-1907, αρ. 276, σ. 6
Ετυμολογία
παραιτώ < ενεργητική φωνή του ρήματος παραιτούμαι < ελληνιστική κοινή παραιτοῦμαι (απολύω, διώχνω). Συγχρονικά αναλύεται σε παρ- + αιτώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραιτώ | παραιτάς | παραιτά | παραιτούμε | παραιτάτε | παραιτούν |
| Παρατατικός | παραιτούσα | παραιτούσες | παραιτούσε | παραιτούσαμε | παραιτούσατε | παραιτούσαν |
| Αόριστος | παραίτησα | παραίτησες | παραίτησε | παραιτήσαμε | παραιτήσατε | παραίτησαν / παραιτήσαν / παραιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα παραιτήσω / θα παραιτώ | θα παραιτάς / θα παραιτήσεις | θα παραιτά / θα παραιτήσει | θα παραιτήσουμε / θα παραιτούμε | θα παραιτάτε / θα παραιτήσετε | θα παραιτήσουν / θα παραιτήσουνε / θα παραιτούν |
| Παρακείμενος | έχω παραιτήσει | έχεις παραιτήσει | έχει παραιτήσει | έχουμε παραιτήσει | έχετε παραιτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραιτήσει | είχες παραιτήσει | είχε παραιτήσει | είχαμε παραιτήσει | είχατε παραιτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω παραιτήσει / να παραιτήσω / να παραιτώ | να έχεις παραιτήσει / να παραιτάς / να παραιτήσεις | να έχει παραιτήσει / να παραιτά / να παραιτήσει | να έχουμε παραιτήσει / να παραιτήσουμε / να παραιτούμε | να έχετε παραιτήσει / να παραιτάτε / να παραιτήσετε | να παραιτήσουν / να παραιτήσουνε / να παραιτούν |
| Προστακτική | — | παραίτα / παραίταγε / παραίτησε | — | — | παραιτάτε / παραιτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →