παρακέντηση
•
- ιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακεντώ, η λήψη δείγματος (κυττάρων, σωματικού υγρού κ.λπ.) με βελόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακέντηση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paracentèse ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική paracentesis < ελληνιστική κοινή παρακέντησις < παρακεντέω < αρχαία ελληνική κεντέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακέντηση | παρακεντήσεις |
| Γενική | παρακέντησης | παρακεντήσεων |
| Αιτιατική | παρακέντηση | παρακεντήσεις |
| Κλητική | παρακέντηση | παρακεντήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →