παρακαταθήκη
•
- η κατάθεση για φύλαξη ενός ποσού ή άλλου πράγματος σε υπηρεσία του δημοσίου Βικιλεξικό
- ο δανειστής μου δεν δέχεται να του δώσω τα χρήματα που του χρωστἀω, γι'αυτό πήγα και τα κατέθεσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
- το ποσό ή ό,τι άλλο παραδίδεται προς φύλαξη Βικιλεξικό
- το απόθεμα εμπορευμάτων Βικιλεξικό
- η πολύτιμη πνευματική ή άλλου είδους κληρονομιά που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακαταθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακαταθήκη : (ποσό προς φύλαξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consignation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακαταθήκη | παρακαταθήκες |
| Γενική | παρακαταθήκης | παρακαταθηκών |
| Αιτιατική | παρακαταθήκη | παρακαταθήκες |
| Κλητική | παρακαταθήκη | παρακαταθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →