Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακαταθήκη

/pa.ɾa.ka.ta.θi.ci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάθεση για φύλαξη ενός ποσού ή άλλου πράγματος σε υπηρεσία του δημοσίου Βικιλεξικό
    • ο δανειστής μου δεν δέχεται να του δώσω τα χρήματα που του χρωστἀω, γι'αυτό πήγα και τα κατέθεσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
  2. το ποσό ή ό,τι άλλο παραδίδεται προς φύλαξη Βικιλεξικό
  3. το απόθεμα εμπορευμάτων Βικιλεξικό
  4. η πολύτιμη πνευματική ή άλλου είδους κληρονομιά που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακαταθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακαταθήκη : (ποσό προς φύλαξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consignation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρακαταθήκηπαρακαταθήκες
Γενικήπαρακαταθήκηςπαρακαταθηκών
Αιτιατικήπαρακαταθήκηπαρακαταθήκες
Κλητικήπαρακαταθήκηπαρακαταθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →