Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακατιανός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος που ανήκει σε κατώτερη κοινωνική τάξη Βικιλεξικό
  2. κάποιος που είναι κατώτερης ποιότητας ή αμφισβητούμενης αξίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακατιανός < παρακάτω + -ιανός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρακατιανή / παρακατιανός / παρακατιανόπαρακατιανές / παρακατιανοί / παρακατιανά
Γενικήπαρακατιανής / παρακατιανού / παρακατιανούπαρακατιανών / παρακατιανών / παρακατιανών
Αιτιατικήπαρακατιανή / παρακατιανό / παρακατιανόπαρακατιανές / παρακατιανούς / παρακατιανά
Κλητικήπαρακατιανή / παρακατιανέ / παρακατιανόπαρακατιανές / παρακατιανοί / παρακατιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παρακατιανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε κατώτερη κοινωνική τάξη Βικιλεξικό
    • Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. κατώτερης ποιότητας, αμφισβητούμενης αξίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακατιανός < παρακάτω + -ιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακατιανόςπαρακατιανήπαρακατιανό
Γενικήπαρακατιανούπαρακατιανήςπαρακατιανού
Αιτιατικήπαρακατιανόπαρακατιανήπαρακατιανό
Κλητικήπαρακατιανέπαρακατιανήπαρακατιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακατιανοίπαρακατιανέςπαρακατιανά
Γενικήπαρακατιανώνπαρακατιανώνπαρακατιανών
Αιτιατικήπαρακατιανούςπαρακατιανέςπαρακατιανά
Κλητικήπαρακατιανοίπαρακατιανέςπαρακατιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →