παρακατιανός
•
- κάποιος που ανήκει σε κατώτερη κοινωνική τάξη Βικιλεξικό
- κάποιος που είναι κατώτερης ποιότητας ή αμφισβητούμενης αξίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακατιανός < παρακάτω + -ιανός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακατιανή / παρακατιανός / παρακατιανό | παρακατιανές / παρακατιανοί / παρακατιανά |
| Γενική | παρακατιανής / παρακατιανού / παρακατιανού | παρακατιανών / παρακατιανών / παρακατιανών |
| Αιτιατική | παρακατιανή / παρακατιανό / παρακατιανό | παρακατιανές / παρακατιανούς / παρακατιανά |
| Κλητική | παρακατιανή / παρακατιανέ / παρακατιανό | παρακατιανές / παρακατιανοί / παρακατιανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →