παρακεντέδικος
•
- που έχει σχέση με τον παρακεντέ, τον χαρακτηρίζει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακεντέδικος < παρακεντέδ(ες) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακεντέδικος | παρακεντέδικη | παρακεντέδικο |
| Γενική | παρακεντέδικου | παρακεντέδικης | παρακεντέδικου |
| Αιτιατική | παρακεντέδικο | παρακεντέδικη | παρακεντέδικο |
| Κλητική | παρακεντέδικε | παρακεντέδικη | παρακεντέδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακεντέδικοι | παρακεντέδικες | παρακεντέδικα |
| Γενική | παρακεντέδικων | παρακεντέδικων | παρακεντέδικων |
| Αιτιατική | παρακεντέδικους | παρακεντέδικες | παρακεντέδικα |
| Κλητική | παρακεντέδικοι | παρακεντέδικες | παρακεντέδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →