Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακινδυνευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παρακινδύνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακινδυνευτικός < παρακινδυνεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακινδυνευτικόςπαρακινδυνευτικήπαρακινδυνευτικό
Γενικήπαρακινδυνευτικούπαρακινδυνευτικήςπαρακινδυνευτικού
Αιτιατικήπαρακινδυνευτικόπαρακινδυνευτικήπαρακινδυνευτικό
Κλητικήπαρακινδυνευτικέπαρακινδυνευτικήπαρακινδυνευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρακινδυνευτικοίπαρακινδυνευτικέςπαρακινδυνευτικά
Γενικήπαρακινδυνευτικώνπαρακινδυνευτικώνπαρακινδυνευτικών
Αιτιατικήπαρακινδυνευτικούςπαρακινδυνευτικέςπαρακινδυνευτικά
Κλητικήπαρακινδυνευτικοίπαρακινδυνευτικέςπαρακινδυνευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →