παρακινδυνευτικός
•
- που έχει σχέση με την παρακινδύνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακινδυνευτικός < παρακινδυνεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακινδυνευτικός | παρακινδυνευτική | παρακινδυνευτικό |
| Γενική | παρακινδυνευτικού | παρακινδυνευτικής | παρακινδυνευτικού |
| Αιτιατική | παρακινδυνευτικό | παρακινδυνευτική | παρακινδυνευτικό |
| Κλητική | παρακινδυνευτικέ | παρακινδυνευτική | παρακινδυνευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακινδυνευτικοί | παρακινδυνευτικές | παρακινδυνευτικά |
| Γενική | παρακινδυνευτικών | παρακινδυνευτικών | παρακινδυνευτικών |
| Αιτιατική | παρακινδυνευτικούς | παρακινδυνευτικές | παρακινδυνευτικά |
| Κλητική | παρακινδυνευτικοί | παρακινδυνευτικές | παρακινδυνευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →