παρακινδύνευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακινδυνεύω, πολύ επικίνδυνη ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακινδύνευση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακινδύνευ(σις) + -ση < παρακινδυνεύω. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + κινδύνευση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακινδύνευση | παρακινδυνεύσεις |
| Γενική | παρακινδύνευσης | παρακινδυνεύσεων |
| Αιτιατική | παρακινδύνευση | παρακινδυνεύσεις |
| Κλητική | παρακινδύνευση | παρακινδυνεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →