Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακινητικώς

επίρρημα
•
  1. παρωχημένοπαρακινητικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακινητικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρακινητικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε παρακινητικ(ός) + -ώς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →